Βασίλης Κυπριωτάκης : Ο απόστρατος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος με πλήθος βραβεύσεις στα ποιητικά του έργα, μαντινάδες και διηγήματα - Σύλλογος Μέριμνας Εργαζομένων Λιμενικού Σώματος

Σύλλογος Μέριμνας Εργαζομένων Λιμενικού Σώματος

Πολιτιστικός Σύλλογος Μέριμνας Εργαζομένων Λιμενικού Σώματος Αρ.Μητρώου 5253/19

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

Βασίλης Κυπριωτάκης : Ο απόστρατος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος με πλήθος βραβεύσεις στα ποιητικά του έργα, μαντινάδες και διηγήματα


 Σήμερα θα σας παρουσιάσω έναν εξαιρετικό ποιητή από την Κρήτη, τον Βασίλη Κυπριωτάκη. Ο λόγος του συναισθηματικός,με πολύ ζωντανές εικόνες,μελοποιείται και πολύ εύκολα. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, μια συλλογή με μαντινάδες, ενώ είναι υπό έκδοση κι ένα μυθιστόρημά του. Θα δούμε μια επιλογή από δέκα ποιήματά του!

Στη θάλασσα του λιβυκού

Γαληνεύει η φύση στου ήλιου το γέρμα
στη θάλασσα του λιβυκού την πορφυρένια.
Και σαν φανεί του φεγγαριού το φεγγοβόλημα
στα απάνεμα νερά
και ακουστεί ο παφλασμός κι ο ήχος ο
βυσάλινος στο πισωγύρισμα των κυμάτων
ένας χαΐνης γρύλος, στερουσιανός
αρχίζει το τραγούδι που με ταξιδεύει στον θόλο.
Τότε χάνομαι στο στερέωμα
σαν ένα άτομο των μορίων του σύμπαντος
συμμετέχοντας κι εγώ στο δοξαστικό για τον Ένα.

Λαθρεπιβάτης

Λαθρεπιβάτης τη ζωή μου πέρασα
στ’ αμπάρι το παλιό πάντα κοιμόμουν
πέρασαν μέρες και νυχτιές και γέρασα
γεράσανε κι αυτά που ονειρευόμουν.
Λαθρεπιβάτης στο πλοίο της γραμμής
τους ίδιους κάθε μέρα τόπους βλέπω
πολλές φουρτούνες και μπουνάτσες λιγοστές
μα κύματα κι αέρηδες αντέχω.
Λαθρεπιβάτης στη ζωή μου έγινα
τη θάλασσα του λιβυκού ποτέ δεν είδα,
μα έκανα ταξίδια ως την Αίγινα
και λίγα μακρινά ως τη Χαλκίδα.

Ένα φιλί

Ένα φιλί μου δώσανε
τα τρυφερά της χείλη
μια φεγγαρόφωτη βραδιά
σε κείνη τη γωνιά
κι ύστερα μέρες μ’ έχασαν
οι παιδικοί μου φίλοι
αφού καιρό τριγύρναγα
σ’ αυτή τη γειτονιά.

Έφυγες

Ήθελες να ’χεις το κρεβάτι στον βορρά
γι’ αυτό και το ’χες κολλητά στον πέρα τοίχο,
έφερνες φύλλα ευκαλύπτου δροσερά
να τ’ ανασάνω όταν άρχισα να βήχω.
Είχες μια τάση για να ζεις υγιεινά
μα πάντα πρόσεχες τους άλλους κι όχι
εσένα
κι αν σου φερόταν μερικοί ελεεινά
έλεγες πάντα περασμένα, ξεχασμένα.
Και όμως έφυγες ’να κρύο πρωινό
σαν χελιδόνι για να πας σε άλλα μέρη,
ήθελες να ’σαι υγιής στον ουρανό
κι έμεινα άρρωστος στον κόσμο χωρίς
ταίρι.

Εκείνο το σχολειό

Μπροστά στον μαυροπίνακα, ένα θρανίο άδειο
κι ένα βιβλίο ανοικτό, επάνω του παλιό.
Αγριόχορτα που φύτρωσαν,έκλεισαν το προαύλιο,
αφού δεν έχει πια παιδιά εκείνο το σχολειό.
Οι μαθητές του έφυγαν και γέρασαν στην πόλη.
Πήγαν να ζήσουν μακρυά, χωρίς ανεμελιά.
Μα την ζωή τους μια χαρά, θα την διέπει όλη,
σαν θα πετάει η σκέψη τους στην τάξη την παλιά.
Γι' αυτό ο χρόνος δεν μπορεί μόνος του να τα φθείρει,
όσα δεν ξεχαστήκανε και τα’ χωμε στο νου.
Μόνο σαν δεν υπάρχουνε,στης σκέψης τ’ αργαστήρι,
ή σαν πετάξουμε εμείς στς’ αγκάλες τ’ ουρανού.

Λαβύρινθος

Παίρνω το δρόμο που δε βγάζει πουθενά
ένα παράξενο και γκρίζο μονοπάτι
ένα λαβύρινθο χωρίς άκρη καμμιά
μήπως και βγω απ’ του μυαλού μου την απάτη.
Μόνος βαδίζω και δεν έχω ούτε ένα φως
απ’ του λαβύρινθου να βγω τα μέρη έξω,
θέλω να τρέξω να ξεφύγω αλλά πως,
τις συμπληγάδες του μυαλού μου πως ν’ αντέξω.
Μα όσο κι αν ψάχνω δεν μπορώ να βρω τον μίτο
της Αριάδνης να μου δώσει σιγουριά
και η ζωή μου θα κυλάει μ’ αυτό το ρίσκο,
μήπως βρεθώ με τον Μινώταυρο αγκαλιά.

Είχα μια αγάπη

Είχα μια αγάπη κάποτε
που μου ’δινε φτερά
και πέταγα μ’ αυτά ψηλά
και έβλεπα τον κόσμο
με άλλα μάτια τρυφερά
καθάρια, φωτεινά
κι όλη η ζωή μου μύριζε
βασιλικό και δυόσμο.
Μα κτύπησε την πόρτα μου
της ζήλειας η θεά
που ’σταξε η κακόμορφη
φαρμάκι στην καρδιά μου
κι έφυγαν λόγια ανώφελα
μίζερα και κακά
κι αιτία ήτανε αυτά να φύγει μακριά μου.
Και τώρα ζω στα γήινα
χωρίς πια να πετώ
αφού σαν έφυγε αυτή
πέσανε τα φτερά μου,
νομίζοντας στα υπόγεια
πως τη ζωή γλεντώ
θολώνω με οινόπνευμα
το νου και την καρδιά μου.

Τα ξωκλήσια της ψυχής μου

Σε κείνα τα ξωκλήσια τα ακόσμητα
στις κορφές των βουνών σου πατρίδα,
του κόσμου τη μέριμνα απόθετα,
τη γαλήνη που γύρευα είδα.
Στους βωμούς των τα δάκρυα άφηνα
και γινόταν ο πόνος θυσία
σ’ αυτά τα ξωκλήσια τ’ αστόλιστα
στολιζόταν η ψυχή μου στα θεία.
Της ψυχής σαν πετούσα τ’ απόνερα
σωτηρίας ελπίδα γινόταν,
στα ξωκλήσια εκείνα τ’ απόμερα
ο μη ορώμενος κοντά μου ερχόταν.

Είδα έναν άγιο προχθές

Είδα έναν άγιο προχθές
που είχε μια όψη από το χθες
μα και μοντέρνα.
Καρό σακάκι και γιαλιά
και έδινε παραγγελιά,
σε μια ταβέρνα.
Είδα ένα άγιο προχθές
που έτρωγε λιγοστές ελιές
με παξιμάδι.
Μα είχε δώσει στα κλεφτά
τα λιγοστά του τα λεφτά,
να στείλουν στους φτωχούς
φαΐ το βράδυ.
Κι αναρωτήθηκα πολύ,
πόσο αλλάξαν οι καιροί
κι οι άγιοί μας.
Κυκλοφοράνε με μπλου τζιν,
ίσως να πίνουνε και τζιν
μες την αυλή μας.

Εκείνοι οι τύποι με τα μαύρα

Εκείνοι οι τύποι με τα μαύρα
που συνάντησα προχθές
μούπαν όσα είχα κάνει
στη ζωή μου μέχρι χθες.
Είχαν μακριά τα γένια
και κοτσίδα τα μαλλιά
κι είχανε σταυρούς στα ρούχα
τα τριμμένα, τα παλιά.
Εκείνοι οι τύποι με τα μαύρα
είχαν νεκροκεφαλές
πάνω τους ζωγραφισμένες
και μια όψη απ’ το χθες.
Μαζευόταν για να ψάλλουν
κι ενώ ήταν σκοτεινά
στην ψυχή μου ανάβαν φώτα
κι όλα ήταν φωτεινά.
Εκείνοι οι τύποι με τα μαύρα
ζουν χωρίς επάρκεια
σε σπηλιές και σε ερήμους
κι όχι στα Εξάρχεια.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Βασίλης Κυπριωτάκης γεννήθηκε στον Πύργο Μονοφατσίου, στην περιοχή του Λιβυκού πελάγους και στα Αστερούσια όρη της Κρήτης. Είναι απόστρατος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος. Ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Έχει βραβευθεί πολλές φορές για ποιητικά του έργα, μαντινάδες και διηγήματα. Έχει εκδώσει το 2015 την ποιητική συλλογή "Λιβυκόν" και το ίδιο έτος συλλογή με  μαντινάδες του, με τίτλο" Του Λιβυκού". Υπό έκδοση είναι το μυθιστόρημά του με τίτλο" Μαθιός και Νεϊρμάν,στη Κρήτη των θρύλων,των αγίων,των ηρώων". Ποιήματα και διηγήματα δικά του, έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και μη, καθώς και σε τόμους με συλλογές ποιημάτων λογοτεχνικών συλλόγων. Ειναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.Ηλεκτρονική Δνση: vaskypriotakis@gmail.com  Κινητό τηλέφωνο: 6977977002

Πηγή